Λογικός θετικισμός

Ο Θετικισμός κυριάρχησε στην πνευματική ζωή του 19ου αιώνα και προσδιόρισε τη φυσιογνωμία της επιστήμης αυτής της περιόδου. Σύμφωνα με τη βασική του παραδοχή, η επιστημονική γνώση έχει τη βάση της στα άμεσα παρατηριασιακά δεδομένα. Η ερμηνεία της πραγματικότητας ακολουθεί πορεία από το μερικό στο γενικό και όχι αντίστροφα.

Objectivism1

Είναι μια από τις πιο διαδεδομένες φιλοσοφίες της επιστήμης. Ο όρος «Θετικισμός» αποτελεί συντόμευση του «Λογικού Θετικισμού», που λέγεται και «Λογικός Εμπειρισμός» (καμιά φορά και «νέο-Θετικισμός»). Για την ακρίβεια οι όροι αυτοί δεν είναι εντελώς ταυτόσημοι. 

Ο Θετικισμός αναπτύχθηκε αρχικά στην Αυστρία και την Γερμανία στην δεκαετία του 1920. Τρεις είναι οι βασικές πηγές έμπνευσης του ρεύματος του Θετικισμού:

  • Κατ’ αρχάς, ήταν οι σημαντικές εξελίξεις στη λογική και τα θεμέλια των μαθηματικών, που σημειώθηκαν στο τέλος του δεκάτου ενάτου και στις αρχές του εικοστού αιώνα και ήσαν συνδεδεμένες με τα ονόματα των Hilbert, Peano, Frege και Russell.
  • Εξίσου σημαντικό ήταν το κύριο φιλοσοφικό έναυσμα του Θετικισμού, που προέρχεται από την παράδοση του Εμπειρισμού. Ο κλασικός Εμπειρισμός διαμορφώθηκε αρχικά κατά τον Διαφωτισμό και ύστερα από τους Hobbes, Locke και κυρίως τον Hume. Αργότερα το δέκατο ένατο αιώνα μετασχηματίσθηκε από τον Comte (αλλά και άλλους, όπως οι Mill, Spencer και Durkheim) σε μια συγκεκριμένη εμπειρική μεθοδολογία που εξηγούσε ταυτόχρονα φύση και κοινωνία, δηλαδή, ενστερνιζόταν την ενότητα των επιστημών. Σύμφωνα με την παράδοση του κλασικού Εμπειρισμού, η έγκυρη γνώση κι η επιστήμη θεμελιώνονται μόνο πάνω στα δεδομένα της εμπειρίας και της παρατήρησης. Επιπλέον, με τον Comte, ο Εμπειρισμός έρχεται να εκφράσει την ίδια την ιδέα του νεωτερισμού μέσω μιας εξελικτικής θεωρίας της επιστημονικής προόδου. Για τον Comte, η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας ανά τους αιώνες αποκορυφωνόταν στη νεωτεριστική εποχή του Θετικισμού, κατά την οποία η επιστήμη αντιπροσώπευε το εγκόσμιο πνεύμα της βιομηχανικής κοινωνίας.
  • Τέλος, ήταν οι επαναστατικές πρόοδοι στην φυσική και ειδικότερα στους τομείς της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που επιτελέσθηκαν στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Με αφετηρία λοιπόν αυτούς τους τρεις σταθμούς στην ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, ο στόχος του Θετικισμού ήταν η δημιουργία μιας εξίσου επαναστατικής επιστημολογίας, η οποία θα θεμελίωνε εμπειρικά τη λογική της επιστήμης απαλλαγμένη από τις αντιφάσεις της παραδοσιακής μεταφυσικής. Με άλλα λόγια, ο σκοπός ήταν να δικαιολογηθεί, να νομιμοποιηθεί και να επικυρωθεί η επιστήμη ανεξάρτητα από φιλοσοφικές ή άλλες ερμηνείες για το πώς λειτουργεί.

Ο θετικισμός μετασχηματίστηκε στη συνέχεια (μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) σε λογικό θετικισμό, δηλαδή σε μια λογική εκδοχή του εμπειρισμού. Στο πλαίσιο της νέας αυτής θεώρησης, σημασία δεν έχει μόνο αν μια θεωρητική πρόταση μπορεί να αποδειχθεί πειραματικά κατά πόσο είναι αληθής ή όχι, αλλά αν η πρόταση αυτή έχει νόημα. Μια θεωρητική πρόταση έχει τότε μόνο νόημα, αν οι ισχυρισμοί της είναι λογικοί και, προπάντων, αν γνωρίζουμε πώς να την επαληθεύσουμε με τα αισθητηριακά δεδομένα που διαθέτουμε.

Σύμφωνα με τους λογικούς θετικιστές, η γνώση δομείται με τη γλώσσα και για το λόγο αυτό, ανάλυση της γνώσης σημαίνει πρωτίστως ανάλυση της γλώσσας. Η θέση αυτή οδήγησε στη λεγόμενη γλωσσική στροφή στη φιλοσοφία και την εδραίωση του κλάδου που είναι γνωστός ως αναλυτική φιλοσοφία.

Κοινοί παρανομαστές σε όλες τις απόψεις των Θετικιστών είναι οι δυο βασικοί στόχοι της επιστημολογίας του Θετικισμού, αφενός η λογική ανάλυση κι αφετέρου η εμπειρική θεμελίωση της επιστήμης.

Το παρακάτω σχήμα συγκεφαλαιώνει τις βασικές θεωρήσεις του Λογικού Εμπειρισμού πάνω στις οποίες στηρίζεται όλο το εν λόγω φιλοσοφικό οικοδόμημα:

thetiki-skepsi

Βασικές συνιστώσες όλων των τύπων και εκδοχών του Θετικισμού αποτελούν οι ακόλουθες θέσεις:

Η Επιστήμη έχει ως αφετηρία της την εμπειρική παρατήρηση, η οποία και αποτελεί το μοναδικό υλικό του επιστημονικού λόγου. Τόσο η γένεση, όσο και η θεμελίωση των επιστημονικών υποθέσεων, στηρίζεται στα ατομικά δεδομένα της εμπειρίας. Για το λόγο αυτό η επαλήθευση είναι εκείνη που παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία της επιστημονικής έρευνας. Η επαλήθευση, με άλλα λόγια, αποβαίνει για τους Θετικιστές το μοναδικό κριτήριο οριοθέτησης του επιστημονικού λόγου από τον μη επιστημονικό.

Objectivism2

Όσον αφορά, τώρα, στο πρόβλημα της εξήγησης των φαινομένων, για το Θετικισμό δεν υπάρχει η δυνατότητα εξήγησης μέσα από τη διατύπωση των φυσικών νόμων. Η Επιστήμη δεν έχει ως σκοπό, και δεν μπορεί, να δώσει απάντηση στο “γιατί” των πραγμάτων, παρά μόνο στο “τί”. Οι φυσικοί νόμοι δηλαδή είναι μόνο περιγραφικοί και όχι κανονιστικοί. Κατά συνέπεια, σκοπός της Επιστήμης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, η αναζήτηση των αιτίων. Τα φυσικά φαινόμενα και γεγονότα απλώς διαδέχονται το ένα το άλλο. Η αιτιότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία σύζευξη γεγονότων, ή φαινομένων, δεν εκφράζει δηλαδή τίποτε περισσότερο από μία κανονικότητα διαδοχής.

Όλες οι προηγούμενες θέσεις του Θετικισμού έχουν ως συνέπεια τη διαμόρφωση μιας αντι-ρεαλιστικής και αντι-μετα-φυσικής στάσης. Και αυτό, για τους εξής λόγους:

  1. αναγκάζουν το Θετικισμό να μείνει στο επίπεδο των παρατηρήσιμων, ελέγξιμων και επαληθεύσιμων προτάσεων,
  2. τον οδηγούν στην απόρριψη των αιτίων και των εσωτερικών μηχανισμών, όπως και στην απόρριψη της ιδέας ότι οι επιστημονικές υποθέσεις αποτελούν βαθιές εξηγήσεις της πραγματικότητας μη παρατηρήσιμων οντοτήτων.

Την ‘‘αντι-μεταφυσική’’ αυτή στάση συμμερίζεται και ο Λογικός Θετικισμός, ο οποίος επίσης δίνει έμφαση στην εμπειρία. Η στάση του βέβαια αυτή είναι απόρροια της επίδρασης που δέχθηκε κατ’ αρχήν από τον Φαινομενισμό του Mach, σύμφωνα με τον οποίο η αντίληψη που έχουμε για τον εξωτερικό κόσμο προκύπτει από τις “δέσμες αισθημάτων” και, κατά συνέπεια, έργο της Επιστήμης είναι να ανακαλύψει τις κανονικότητες που παρατηρούνται μεταξύ των φαινομένων. Οι βασικές όμως θέσεις του Λογικού Θετικισμού είναι επίσης προϊόν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, της επίδρασης που δέχθηκε και από τον Λογικό Ατομισμό των L. Wittgenstein και Β. Russell. Βασική θέση του Λογικού Ατομισμού είναι ότι κάθε πλέγμα σύνθετων προτάσεων δεν είναι τίποτε άλλο από το απλό άθροισμα ατομικών προτάσεων, οι οποίες είναι οι πιο μικρές ενότητες που μπορούν να υπάρξουν και που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αληθείς ή ψευδείς. Για το Λογικό Θετικισμό, λοιπόν, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη λογική δομή της επιστημονικής γλώσσας, εφόσον έργο της Επιστήμης είναι να μεταφέρει στην επιστημονική γλώσσα τα δεδομένα του εξωτερικού κόσμου.

Μία σημαντική συνέπεια της αρχής αυτής του Λογικού Θετικισμού, με την έμφαση που δίνει στην εμπειρία, είναι και ο “αναγωγισμός”, σύμφωνα με τον οποίο οι προτάσεις που συνεπάγονται θεωρητικές οντότητες θα πρέπει να αναχθούν, με τη συνδρομή της λογικής, σε προτάσεις που έχουν προέλευση εμπειρική, για να έχουν την θεωρητική νομιμοποίηση να ενταχθούν στο σώμα της Επιστήμης. Κατά συνέπεια, απορρίπτονται από το σώμα της Επιστήμης οι θεωρητικές οντότητες, που δεν μπορούν να έχουν κάποια εμπειρική αναφορά, ως έννοιες που δεν ανταποκρίνονται σε κάτι που είναι πραγματικό. Έτσι ο Λογικός Θετικισμός οδηγείται στη διάκριση μεταξύ παρατήρησης και θεωρίας.

Αυτό που υποστηρίζουν οι Λογικοί Θετικιστές δεν είναι μόνο, ότι καθορίζουν τις σωστές μεθόδους για την απόκτηση της γνώσης, αλλά επίσης ότι περιγράφουν πώς γίνεται η Επιστήμη. Για παράδειγμα, συνέπεια της θέσης τους σχετικά με τον τρόπο που σχηματίζονται οι έννοιες και επαληθεύονται οι θεωρίες είναι η σωρευτική εικόνα της Επιστήμης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι διαδοχικές θεωρίες που εμφανίζονται σ’ έναν τομέα διαφέρουν μόνον στο ότι εξηγούν ένα ευρύτερο φάσμα φαινομένων και είναι συνεπείς προς προηγούμενες θεωρίες που εξηγούν τα ίδια φαινόμενα. Εδώ ακριβώς συνίσταται η πραγματική ανάπτυξη και πρόοδος της Επιστήμης.

Όλα τα προηγούμενα συντάσσουν το ευρύτερο φιλοσοφικό και επιστημολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο νοηματοδοτείται η θεμελιώδη μεθοδολογική διάκριση του Λογικού Θετικισμού, η διάκριση δηλαδή σε παρατηρησιακές και θεωρητικές προτάσεις. Παρατηρησιακές είναι οι προτάσεις που περιέχουν παρατηρησιακούς όρους, όπως λ.χ. οι ακόλουθες: “το Α έχει βάρος 3 γραμμάρια”, “το θερμόμετρο δείχνει στους 36 °C”. Θεωρητικές, από την άλλη μεριά, είναι οι προτάσεις όπως οι ακόλουθες: “τα ηλεκτρόνια έχουν αρνητικό φορτίο”, “τα quarks έχουν φορτίο σε κλασματικό αριθμό”.

Κατά τους Λογικούς Θετικιστές, η έρευνα πρέπει να εδράζεται μόνο σε παρατηρησιακούς όρους και προτάσεις, διότι αυτές θεμελιώνονται ανεξάρτητα από τη θεωρία. Με άλλα λόγια ορίζουν μία σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας. Έτσι, το νόημα των προτάσεων που το περιεχόμενο τους εξαντλείται στην εμπειρία, καθώς και το νόημα όλων των άλλων θεωρητικών όρων που μπορούν να αναχθούν σε παρατηρησιακούς όρους, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Μπορεί να προσδιορισθεί με όρους θεμελίωσης και διάψευσης σε σχέση πρώτα με την εμπειρία.

Οι θεωρίες που διατυπώθηκαν μετά το Λογικό Θετικισμό, τόσο των ορθολογιστών (Popper, Lakatos, Putnam), όσο και των ‘‘μη ορθολογιστών’’ (Kuhn, Feyerabend) έστρεψαν την κριτική τους στις βασικές θέσεις του Λογικού Θετικισμού για τη διάκριση μεταξύ θεωρίας και παρατήρησης. Σε αντίθεση προς τη θέση αυτή, οι Ιστορικιστές υποστηρίζουν την άποψη ότι κάθε παρατήρηση έχει θεωρητική φόρτιση, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει παρατηρησιακή γλώσσα ουδέτερη ως προς το νόημα.

Εκείνο που αξίζει να προσέξει κανείς είναι το γεγονός, ότι οι ‘‘μη-ορθολογιστές’’, όπως οι Kuhn και Feyerabend, που είναι αντι-Θετικιστές, απορρίπτουν μεν τη διάκριση μεταξύ παρατήρησης και θεωρίας, διατηρούν όμως τη θεμελιώδη θετικιστική θέση για το νόημα των θεωρητικών όρων και την επεκτείνουν απλώς σε όλους τους όρους. Κατά συνέπεια, όχι μόνον οι θεωρητικοί, αλλά και οι παρατηρησιακοί όροι θεωρούνται ότι προσδιορίζονται έμμεσα από το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Στο προηγούμενο παράδειγμα, αν δηλαδή συνομιλούσαν υποθετικά ο Einstein με τον Νεύτωνα, δεν θα κατόρθωναν καν να επικοινωνήσουν ούτε και σε σχέση με τις παρατηρησιακές συνέπειες των θεωριών τους. Και αυτό γιατί θα εννοούσαν κάτι διαφορετικό, όχι μόνον όταν αναφέρονταν σε όρους, όπως η μάζα, ο χώρος, ο χρόνος, αλλά και όταν διατύπωναν προτάσεις, όπως λ.χ. “οι δείκτες του ρολογιού δείχνουν στο 12”.

Από την ιστορία Θετικισμός (Positivism)
Ο θετικισμός γεννήθηκε την περίοδο της δεύτερης μεγάλης επιστημονικής επανάστασης. Το φιλοσοφικό ρεύμα αυτό έχει βαθύτερες ρίζες στον γαλλικό διαφωτισμό που έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο «καθαρό φως της λογικής». Σαν μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία, «τα θετικά γεγονότα», και θα λέγαμε ότι περιορίζει την αποστολή των επιστημών στην αναγνώριση και καταγραφή και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και φαινομένων. Η ανάπτυξη της εμπειρικής θεωρίας της γνώσης και του επιστημονικού συλλογισμού έγινε σε τέτοιο βαθμό στον θετικισμό, ώστε η Λογική και τα Μαθηματικά να θεωρούνται βασικές εμπειρικές επιστήμες.

Η ροπή αυτή στην φιλοσοφία και την επιστήμη που ονομάζουμε θετικισμό έχει το εξής έντονο χαρακτηριστικό. Ορμώμενη από το δεδομένο, το πραγματικό, το ακριβές και θετικό απορρίπτει οποιαδήποτε υπερβατική μεταφυσική και εξοβελίζει από την επιστήμη τις έννοιες του υπεραισθητού, των αιτίων, των δυνάμεων. Οτιδήποτε μεταφυσικό, δηλαδή ότι δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τους υπάρχοντες (εκείνης της εποχής) νόμους της φυσικής αφορίζεται ως απρόσιτο στην επιστημονική γνώση. Η επιστημονική γνώση πρέπει να αρκείται στον καθορισμό ομοειδών σχέσεων και συναρτήσεων μεταξύ των φαινομένων και στην μαθηματική κατά το δυνατών διατύπωση των σχέσεων αυτών. Με τον όρο φαινόμενα αναφερόμαστε στο σύνολο των περιεχόμενων της εμπειρίας , των βιωμάτων και των αισθημάτων

Οι βασικές θέσεις του θετικισμού είναι ότι :
1). κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας και

2) πέραν από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής λογικής και των καθαρών μαθηματικών

Έτσι στην βασική ιδεολογική του γραμμή, ο θετικισμός είναι εγκόσμιος, λαϊκός, αντίθεολογικός και αντιμεταφυσικός. Η αυστηρή εμμονή στην μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας είναι η μοναδική και απαράλλακτη προσταγή των θετικιστών. Η προσταγή αυτή είναι εμφανής ακόμα και στη συμβολή τους στην ηθική φιλοσοφία. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τους θετικιστές ως ωφελιμιστές, με την έννοια ότι το ηθικό αξίωμα τους συνοψίζονταν λίγο πολύ στην φράση «η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων».

Επιστημονικό είναι ότι οι περισσότεροι επιστήμονες θεωρούν ως τέτοιο..

Σύνοψη

Ο λογικός θετικισμός ως βελτιωμένη εκδοχή του θετικισμού έδωσε μια σημαντική ώθηση στην επιστημονική σκέψη των αρχών του 20ου αιώνα, σε μια προσπάθεια να προσδιορίσει την επιστημονικότητα της φιλοσοφίας και να την απαλλάξει από τα στοιχεία της μεταφυσικής.

Για τους λογικούς θετικιστές η φιλοσοφία ανάγεται σε λογική της επιστήμης, σε λογική σύνταξη της γλώσσας της επιστήμης. Οι φιλοσοφικές προτάσεις για να έχουν ισχύ θα πρέπει να είναι διατυπωμένες με τρόπο που να έχουν λογική εσωτερική δομή. Μόνο τέτοιες προτάσεις μπορούν να είναι επαληθεύσιμες με τα δεδομένα της εμπειρίας και με την έννοια αυτή να είναι αυθεντικά επιστημονικές.

Στην ώριμη εκδοχή του ο λογικός θετικισμός αναγνωρίζει μια σχετική αυτονομία της θεωρίας απέναντι στην εμπειρία και με την έννοια αυτή συμβάλλει στην αναμόρφωση του εμπειρισμού. Με την υιοθέτηση του υποθετικο-απαγωγικού μοντέλου υπερβαίνει τον άκρατο επαγωγισμό του Μπέικον και Μιλλ, ανοίγοντας ταυτόχρονα ένα κύκλο θεωρητικών συζητήσεων, οι οποίες θα αποκαλύψουν τις εσωτερικές του αντιθέσεις και θα διευκολύνουν την αναζήτηση νέων και ριζοσπαστικών θεωρητικών συλλήψεων.

Στην κατηγορία αυτή των θεωρητικών συλλήψεων που βρίσκονται έξω από τις βασικές παραδοχές του θετικισμού ανήκουν οι θεωρίες των παραδειγμάτων του Thomas Kuhn. Ο Kuhn απομακρύνεται εντελώς από την προβληματική της ανακάλυψης της αλήθειας, από το ερώτημα τι είναι επιστημονικό και τι όχι και επικεντρώνεται στην ιστορική διάσταση της επιστήμης. Τοποθετεί την επιστήμη μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο, το παράδειγμα, το οποίο αποτελεί ένα συγκεκριμένο τρόπο θέασης της πραγματικότητας και εκεί εξετάζει, τόσο το ρόλο της επιστήμης και της επιστημονικής κοινότητας, όσο και το θέμα της επιστημονικής μεταβολής.

Πηγή1  Πηγή2