Η απαρχή της φιλοσοφίας με τον Ησίοδο

esiodos Το όνομα του Ησιόδου – που έζησε το β’ μισό του 8ου αι. π.Χ- συνδέεται περισσότερο με την ελληνική μυθολογία παρά με τη φιλοσοφία. Κατά τον Lesky «η γνώμη που έχει διατυπωθεί συχνά ότι ο Ησίοδος αποτελεί την αρχή της Ελληνικής φιλοσοφίας πρέπει να γίνει δεκτή με επιφυλακτικότητα». Τέτοια επιφυλακτικότητα εκφράζουν όσοι ταυτίζουν τη φιλοσοφία με την κοσμολογία. Το έργο όμως του Ησιόδου Έργα και Ημέραι περιέχει μια θεώρηση της κοινωνικής ζωής και της ιστορίας, βλέπουμε σ’ αυτό μια κοινωνική φιλοσοφία και μια φιλοσοφία της ιστορίας. Η φιλοσοφία αυτή επέδρασε και σε μεταγενέστερους στοχαστές, ιδίως επηρέασε τη σκέψη του Εμπεδοκλή και του Πρωταγόρα.

Ο Ησίοδος ξεχωρίζει το βασίλειο των ζώων από την κοινωνία των ανθρώπων. Το καθένα έχει τη νομοτέλειά του. Στο βασίλειο των ζώων επικρατεί ο ανελέητος αγώνας της επιβίωσης, το αλληλοφάγωμα: «Αυτό το νόμο όρισε ο γιος του Κρόνου για τα ψάρια και τα άγρια ζώα και τα πετούμενα, να αλληλοτρώγονται, γιατί δεν υπάρχει δικαιοσύνη ανάμεσά τους· στους ανθρώπους όμως έδωσε τη δικαιοσύνη που αποδείχνεται το μεγαλύτερο αγαθό»(Έργα και Ημέραι).

Ο Ησίοδος απορρίπτει τον λεγόμενο κοινωνικό δαρβινισμό, δεν δέχεται ότι στην κοινωνία των ανθρώπων ισχύουν οι νόμοι της ζούγκλας. Στην ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει δικαιοσύνη, έννομη τάξη που προέρχεται από τον ίδιο τον Δία.

Ωστόσο στην ανθρώπινη κοινωνία δεν επικρατεί η δικαιοσύνη και η τάξη που θα ήθελε ο ποιητής. Με λύπη διαπιστώνει ότι και στην κοινωνία των ανθρώπων επικρατεί ο νόμος του ισχυρότερου, όπως το δείχνει στην παραβολή του γερακιού και του αηδονιού: «Και τώρα μια ιστορία θα πω στους άρχοντες, αν κι έχουν μυαλό κι αυτοί και καταλαβαίνουν. Έτσι μίλησε το γεράκι στο όμορφο το αηδόνι, όταν το άρπαξε στα νύχια του και το ανέβασε πολύ ψηλά στα σύννεφα. Έκλαιγε εκείνο θλιβερά, πιασμένο ανάμεσα στα γαμψά νύχια. Το γεράκι όμως σκληρά του μίλησε: Κακόμοιρο, τι τσιρίζεις; Σε κρατά ένας πολύ δυνατότερος σου. Θα πας εκεί που σε πάω εγώ, κι ας είσαι και τραγουδιστής- και ανάλογα με το κέφι μου, θα σε φάω ή θα σ’ αφήσω ελεύθερο. Είναι ανόητος αυτός που θέλει να τα βάζει με πιο δυνατούς. Και τη νίκη χάνει και μαζί με τη ντροπή δοκιμάζει και βάσανα».

Ο Ησίοδος στους πιο πάνω στίχους δεν συνιστά την υποταγή στους δυνατούς ή εκμεταλλευτές, όπως υποστηρίζει ο Χ. Θεοδωρίδης (στο βιβλίο Επίκουρος). Ο Ησίοδος λέει τόσα για τη δικαιοσύνη, για την αιδώ και τη νέμεση, ώστε θα ήταν εντελώς αντιφατικό να δικαιώνει τον νόμο για την επικράτηση του ισχυρότερου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής, αν και είναι κήρυκας της έντιμης εργασίας και της δικαιοσύνης, διαπνέεται από ένα απαισιόδοξο πνεύμα. Η απαισιοδοξία του εκτείνεται και στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Το νόημα των πιο πάνω στίχων είναι: Ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να επικρατεί η αρχή του δικαίου, αλλά δυστυχώς παρατηρούμε να κυριαρχεί η δύναμη και η βία των ισχυρών.

Την παραβολή τη λέει στους βασιλιάδες και τους προύχοντες με ειρωνικό πνεύμα και πολλά υπονοούμενα. Τους λέει μια αλήθεια με τη μορφή μύθου, γιατί είναι έξυπνο ι κα ι μπορούν να την καταλάβουν. Την ξέρουν πολύ καλά, γιατί αυτοί είναι τα γεράκια. Ο ίδιος ο ποιητής θα ταύτιζε τον εαυτό του με το αηδόνι.

Ο Ησίοδος καταγγέλλει έτσι τη βία και την αυθαιρεσία των ισχυρών. Δεν τη δικαιώνει ούτε κάνει κήρυγμα κοινωνικής μοιρολατρίας, όπως εντελώς αυθαίρετα ερμηνεύει ο Χ. Θεοδωρίδης. Ο Ησίοδος προειδοποιεί σε αυστηρό τόνο τους ισχυρούς της ημέρας: «Φυλαχτείτε, άρχοντες, απ’ αυτά και ίσια να είναι τα λόγια σας, σεις που καταπίνετε τα δώρα, κα ι ξεχάστε εντελώς τις στρεψοδικίες».

Το μόνο που δικαιώνει ο Ησίοδος είναι η άμιλλα ανάμεσα στους ανθρώπους, η Έρις η καλή όπως την ονομάζει. Αυτή γίνεται αιτία προόδου: «Δεν υπάρχει ένα μόνο είδος Έριδας στον κόσμο, αλλά δύο. Τη μια θα μπορούσε κανείς να την επαινέσει, αν την καταλάβει, την άλλη όμως θα την κατηγορήσει. Η ψυχή τους είναι χωρισμένη στα δυο. Γιατί η μια τον απαίσιο τον πόλεμο και τη μάχη, η άθλια, σηκώνει. Κανένας βέβαια θνητός δεν την αγαπά, αλλά από ανάγκη και από θέληση των θεών τη σκληρή την Έριδα οι άνθρωποι τιμούν. Την άλλη όμως τη γέννησε πιο μπροστά η σκοτεινή η Νύχτα, αλλά ο Δίας, που ζυγίζει από ψηλά τις τύχες και κατοικεί στον λαμπρό ουρανό, την έβαλε στα θεμέλια της γης και την έκανε για τους ανθρώπους πολύ χρησιμότερη. Αυτή και αυτόν που υστερεί τον σπρώχνει στη δουλειά· γιατί, όταν κάποιος βλέπει τον άλλον να έχει πολλά και ο ίδιος να υστερεί, αυτός τρέχει και να οργώνει και να φυτεύει και να φροντίζει για το νοικοκυριό του. Ζηλεύει ο γείτονας τον γείτονα που αγωνίζεται να πλουτίσει. Αυτή η Έριδα (άμιλλα) είναι καλή για τους ανθρώπους. Έτσι βλέπουμε ο αγγειοπλάστης να ζηλεύει τον αγγειοπλάστη και ο χτίστης τον χτίστη και ο ζητιάνος τον ζητιάνο και ο τραγουδιστής τον τραγουδιστή»

Ενώ ο ποιητής θεωρεί κοινωνικά ωφέλιμο τον ανταγωνισμό και την άμιλλα, απορρίπτει την κακή Έριδα που περιλαμβάνει όχι μόνο τη διχόνοια, τη βία και τον πόλεμο, αλλά και τις αδικίες, την αρπαγή των ξένων αγαθών, την εκμετάλλευση του μόχθου των άλλων.

Η απαισιοδοξία του  Ησιόδου: Οι πέντε εποχές 

Ο Ησίοδος παρά το πάθος του για τη   δικαιοσύνη και την έντιμη εργασία δεν πιστεύει στη δυνατότητα κοινωνικής προόδου ή μεταβολής της ανθρώπινης μοίρας. Την απαισιοδοξία του τη στηρίζει πάνω σε ένα μύθο, σύμφωνα με τον οποίο ο Δίας, για να εκδικηθεί και τους ανθρώπους – εκτός από τον Προμηθέα – για την κλοπή της φωτιάς, έκανε δώρο σ’ αυτούς μια ωραία γυναίκα, την Πανδώρα, μαζί με ένα πιθάρι που περιείχε δήθεν πολύτιμα αγαθά. Η Πανδώρα άνοιξε το πιθάρι και πετάχτηκαν μέσα απ’ αυτό όλα τα κακά και σκορπίστηκαν πάνω στη γη. Μόνο η Ελπίδα δεν ξέφυγε από το πιθάρι, γιατί η Πανδώρα πρόφτασε και το ‘κλεισε. Η απόδοση όλων των κακών στη γυναίκα, που είναι αντρική επινόηση και αποτέλεσμα μισογυνισμού, συναντιέται και στη Βίβλο.

Όπως η Βίβλος μιλά για έκπτωση των ανθρώπων από τον παράδεισο, έτσι και ο Ησίοδος φαντάζεται μια αρχική χρυσή εποχή. Οι άνθρωποι τότε ζούσαν σαν θεοί, δεν είχαν βάσανα και δεν γνώριζαν μόχθο ούτε γεράματα, αλλά  ήταν πάντα παλικάρια, χαίρονταν σε γιορτινά συμπόσια, δεν προσβάλλονταν από αρρώστιες και ο θάνατος τους έμοιαζε με ύπνο γλυκό.

Μετά το «χρυσό γένος» δημιουργήθηκε από τους θεούς το ασημένιο γένος. Ήταν μια κυριολεκτικά δυστυχισμένη γενιά. Η αιτία της δυστυχίας της ήταν η αμυαλιά και η άρνησή της να προσφέρει τιμές στους θεούς.

Ακολουθεί το χάλκινο γένος. Ήταν ένα γένος που χρησιμοποιούσε τον χαλκό. Είχε χάλκινα σπίτια και χάλκινα όπλα. Ήταν ένα γένος ανθρώπων πολεμοχαρές. Αφανίστηκε εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων.

Ακολουθεί το τέταρτο γένος, το γένος των ηρώων, γένος δίκαιο και αντρείο, που εξολοθρεύτηκε όμως σε πολέμους.

Το πιο δυστυχισμένο γένος είναι το σιδερένιο γένος. Είναι η εποχή, στην οποία ζει ο ποιητής. Την περιγράφει με μελανά χρώματα. Το γένος αυτό θα καταστραφεί λόγω της ηθικής εξαχρείωσης των ανθρώπων. Καμιά τιμή δεν θα έχει όποιος κρατά το λόγο του ούτε ο δίκαιος και ο καλός, αλλά θα τιμούν περισσότερο τον κακό και τον αχρείο. Το μόνο δίκαιο θα είναι η δύναμη, ενώ θα λείπει η συναίσθηση του αληθινού δίκαιου. Η Αιδώς και η Νέμεση (ο σεβασμός και το δίκαιο) θα πετάξουν στον Όλυμπο, θα εγκαταλείψουν τη γη. Η ηθική εξαχρείωση και διαστροφή θα φέρουν ακόμα και βιολογικές ανωμαλίες. Τα παιδιά θα γεννιόνται με άσπρα μαλλιά και δεν θα μοιάζουν των γονιών τους. Οι τερατογενέσεις αυτές θα σημάνουν και το τέλος της σιδερένιας γενιάς.

Ο Ησίοδος δίνει την εντύπωση ενός ευαίσθητου και απαισιόδοξου ηθικιστή, που τα βλέπει όλα μαύρα. Εξογκώνει τα αρνητικά φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, τις αδικίες και τα ελαττώματα των συγχρόνων του. Το ποίημά του «Έργα και Ημέρα ι» το έγραψε, για να δώσει ένα μάθημα στον αδελφό του, που, ενώ πήρε το μερίδιο από την πατρική περιουσία, τον οδήγησε στο δικαστήριο, για να πάρει κι άλλα, και το κατόρθωσε δωροδοκώντας κατά τον Ησίοδο τους δικαστές.

Η ιδέα για τη συνεχή κατάπτωση της ανθρώπινης κοινωνίας δεν κυριάρχησε στην αρχαία ελληνική σκέψη. Ο Πυθαγόρας δίδαξε την κυκλική και επαναλαμβανόμενη πορεία της ιστορίας, στηριζόμενος στην ιδέα της μετενσωμάτωσης. Οι ίδιοι άνθρωποι, όταν δεν εξαγνίζονται κατά την επίγεια ζωή τους, ξανάρχονται στη γη και επαναλαμβάνουν τις ίδιες περίπου πράξεις. Ο Πρωταγόρας είχε μια αισιόδοξη ιδέα για την κοινωνία. Θεωρούσε κι αυτός ότι τα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης είναι η αιδώς και η δίκη. Τα δώρα αυτά του Δία πρέπει να καλλιεργούνται συνεχώς και να διδάσκονται από τον ένα στον άλλον και η κοινωνία δεν υπάρχει κίνδυνος να διαλυθεί. Ο Θουκυδίδης μίλησε για μια ομοιόμορφη πορεία της ιστορίας. Στην ιστορία έχουμε την εκδήλωση της τάσης για δύναμη, σε διαφορετικούς βαθμούς. Όταν οι πόλεις δεν θέτουν όριο στην τάση για δύναμη, οδηγούνται σε καταστρεπτικούς πολέμους με τη συνεπακόλουθη ανατροπή των ηθικών αξιών. Η ιστορία δεν αλλάζει, αφού η ανθρώπινη φύση δεν είναι δυνατό να αλλάξει.

Αξιολόγηση του Ησιόδου

Η προσπάθεια του Ησιόδου έχει ερμηνευθεί εντελώς διαφορετικά από κοινωνιολογική άποψη. Μερικοί τον θεωρούν κοινωνικό επαναστάτη ή κοινωνικό μεταρρυθμιστή. Άλλοι τον θέλουν κοινωνικά συντηρητικό. Σαν άνθρωπος ο Ησίοδος μάς δίνει την εικόνα ενός συντηρητικού αγρότη που έχει στραμμένο το ενδιαφέρον του στην εργασία και αποστρέφεται τις συζητήσεις στην αγορά. Ανάμεσα σ’ αυτές θα συμπεριελάμβανε όχι μόνο τα κουτσομπολιά αλλά και τις συζητήσεις για τα κοινά, τις πολιτικές συζητήσεις. Ο Θεοδωρίδης τον χαρακτηρίζει προπαγανδιστή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Εκτός των άλλων του καταλογίζει το ότι τάσσεται υπέρ του βασιλικού θεσμού. Ωστόσο ο βασιλικός θεσμός κυριαρχούσε την εποχή του Ησιόδου και οι δημοκρατικές ιδέες ήταν άγνωστες. Ο Ησίοδος δεν εκφράζει την ψυχολογία και τις ιδέες μιας ανώτερης ή αριστοκρατικής τάξης αλλά μιας τάξης φτωχών αγροτών που υποφέρει από τις αδικίες των ισχυρών. Αυτό είναι ολοφάνερο.

Από το άλλο μέρος μπορεί ο Ησίοδος να ήταν ένας μικρονοικοκύρης, που ήθελε να κρατιέται μακριά από τη φτώχεια, να εργάζεται και να κάνει οικονομίες ή να προστατεύει την περιουσία του από άρπαγες, αλλά δεν ήταν ηττοπαθής. Για μια στιγμή σκέφτεται μήπως θα πρέπει να πάψει να είναι δίκαιος, θύμα των άλλων. Καταλαβαίνει ότι ένας φτωχός δεν μπορεί να έχει αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση. Η φτώχεια συμβάδιζε ι με την κακομοιριά. Ωστόσο η ηθική του συνείδηση δεν του επιτρέπει το πέρασμα στην αδικία.

Ο Ησίοδος μιλά τόσο πολύ για τη δικαιοσύνη ώστε δίνει την εντύπωση ότι θα ήθελε τη μεταμόρφωση της κοινωνίας του, μια κοινωνία που θα σεβόταν την αρχή της δικαιοσύνης, που θα ήταν πιο δίκαιη, θα στεκόταν με κάποιο σεβασμό μπροστά στις ηθικές αρχές και αξίες. Γι’ αυτό κατάγγελλε την κοινωνική αδικία. Ο Ησίοδος φο-βάτα ι την καταστροφή, την τέλεια αποσύνθεση κα τη διάλυση της κοινωνίας. Μιλά σαν προφήτης, θέλει να ξυπνήσει τις συνειδήσεις των συγχρόνων του, φωνάζει για μια δίκαιη και υποφερτή κοινωνία. Δεν πρότεινε κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Ζητούσε μόνο Αιδώ και Νέμεση.

Αυτό που μας κάνει εντύπωση είναι ότι ο Ησίοδος ήταν και αγρότης και ποιητής, και άνθρωπος της δουλειάς και εργάτης του πνεύματος. Είχε γνώση της ζωής, ήταν ρεαλιστής. Έκρινε όμως την πραγματικότητα έχοντας ως κριτήριο ορισμένες ηθικές αρχές, ίσως και το σύμπλεγμα ότι είχε γίνει θύμα της κακίας των ανθρώπων. Έτσι ασκούσε κοινωνική κριτική. Το μόνο που δεν έκανε ήταν να συγκαλύπτει την εκμετάλλευση ή να προπαγανδίζει την κυριαρχία μιας ισχυρής τάξης ή του μονάρχη, όπως επιχειρεί να αποδείξει ο Θεοδωρίδης παραποιώντας εντελώς το νόημα ορισμένων στίχων του. Ο Θεοδωρίδης τον υποπτεύεται ως ιδεαλιστή. Η ποίηση όμως του Ησιόδου είναι στον ίδιο βαθμό ρεαλιστική και ιδεαλιστική.

Ο Ησίοδος ήταν ένας φιλοσοφημένος ποιητής. Συνέλαβε τους ρυθμούς της κοινωνικής ζωής και δεν έκρινε απαραίτητο να ασχοληθεί με κλέα ανδρών, με τα κατορθώματα ορισμένων βασιλιάδων, όπως έκανε ο Όμηρος και άλλοι. Ασχολήθηκε με τα «καθόλου» και όχι με ένα μέρος της ζωής. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίησή του είναι πιο φιλοσοφική από την ποίηση του Ομήρου, αν και ο τελευταίος χρησιμοποίησε στην ποίησή του πιο δυνατά εκφραστικά μέσα. 
 

Αποσπάσματα από το βιβλίο Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, του Σ.Γκίκα